hack
ουσ.
άλογο προς μίσθωση, άμαξα προς μίσθωση
ρήμ.
κατακόπτω, κομματιάζω, πετσοκόβω, ιππεύω
hack
(Lex). κακός συγγραφέας
hack
πελεκώ, κόβω, ψιλοκόβω, χαράζω //
χειρουργώ αδέξια, πετσοκόβω // σπάζω πρόγραμμα υπολογιστή//
σχισμή , κοψιά, τομή, χαραγματιά //
τσάπα, κασμάς// κάνω κιμά // ξεροβήχω// αλογο για νοικιασμα// γερικο και αδύναμο άλογο// μεροκαματιάρης.