ground
ρήμ.
βασίζω, γειώνω
ουσ.
έδαφος, βυθός, βάση, χώμα, άλεση, αιτία, κατακάθια
grind
ρήμ.
αλέθω, τρίβω, τρίζω, ακονίζω
ground
(Lex**) έδαφος
ground (past)
(Lex*) έδαφος (από μπροστά)
ground
Ουσ. έδαφος, γή//
γήπεδο , περιοχή, //
βυθός, πυθμένος//
βάθος, φόντο//
γείωση//
γνωστικό πεδίο Ρημ. στηρίζω στο έδαφος, θεμελιώνω//
γειώνω//
απαγορεύω την πτήση, προσγειώνω//
προσποιούμαιαορ. και μτχ. αορ. του grind ( =αλέθω) ,
αλεσμένος, //
ψιλοκομμένος , τριμμένος
grind
Ουσ. τρίψιμο, //
άλεσμα, τρίψιμο σε μικρά κομμάτια//
τρόχισμα, ακόνισμα//
σκληρή και μονότονη δουλειά//
ο ήχος τριψίματος, ο ήχος αλέσματοςΡημ. τρίβω, //
αλέθω//
συνθλίβω, κοπανίζω//
εργάζομαι ή μελετώ εντατικά//
προγυμνάζω/ομαι, κάνω φροντιστήριο//
λειαίνω
ground
γη, έδαφος, χώμα, χώρος, γήπεδο, αιτία, λόγος
ground
ground δάπεδο, έδαφος