get
ρήμ.
αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, παίρνω, προμηθεύομαι, γίνομαι, φθάνω, επιτυγχάνω, συμμαζεύω, πηγαίνω
get
(Lex**) πάρτε
get (bottom)
(Lex*) πάρτε (κατώτατο σημείο)
get (by heart)
(Lex*) πάρτε (από την καρδιά)
get (of)
(Lex*) πάρτε ***(of)
get (to a place)
(Lex*) πάρτε (σε μια θέση)
get
Ρημ. παίρνω, λαμβάνω , αποκτώ, αγοράζω, εξευρίσκω,//
πετυχαίνω , κατορθώνω//
γίνομαι//
κολλώ (αρρώστια)//
κάνω κάτι δια μέσω τρίτου//
οδηγώ κάποιον σε κάποια κατάσταση, επιδρώ συναισθηματικά //
φεύγω αμέσως//
πείθω//
προμηθεύομαι// συλλαμβάνω//
φτάνω, έρχομαι//
κάνω , //
γεννώ//
μαθαίνω, ακούω
(Το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται συνήθως μαζί με άλλες προθέσεις ή άλλες λέξεις , δημιουργώντας επιμέρους ρηματικές εκφράσεις)
get
αποκτώ, παίρνω, γίνομαι, καταλαβαίνω, πιάνω
get a birthday present
παίρνω δώρο γενεθλίων
get around
μετακινώ, κυκλοφορώ, αποφεύγω με επιδεξιότητα
get at
θέλω να πω
get rid of
ξεφορτώνομαι
get
αποκτώ, παίρνω