gene


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
Gene
ουσ. γένος, παράγοντας κληρονομικότητας, γονίδιο


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
gene
(Lex). γονίδιο


Tapsis French Greek 3Download this dictionary
gêner
εμποδίζω, πιέζω

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Γονίδιο
Το γονίδιο είναι η μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς. Τα γονίδια συνθέτουν το γονιδίωμα ενός οργανισμού, που αποτελείται από το DNA και το RNA, και κατευθύνουν τη φυσική ανάπτυξη και συμπεριφορά του οργανισμού. Τα περισσότερα γονίδια κωδικοποιούν πρωτεΐνες, οι οποίες είναι βιολογικά μακρομόρια που αποτελούνται από γραμμικές αλυσίδες των αμινοξέων και επηρεάζουν τις περισσότερες από τις χημικές αντιδράσεις που πραγματοποιούνται από τα κύτταρα. Μερικά γονίδια δεν κωδικοποιούν πρωτεΐνες, αλλά τα μόρια του RNA διαδραματίζουν βασικούς ρόλους στην βιοσύνθεση πρωτεϊνών και στον έλεγχο της γονιδιακής έκφρασης. Τα μόρια που προκύπτουν από την γονιδιακή έκφραση, είτε RNA είτε πρωτεΐνη, είναι γνωστά ως γονιδιακά προϊόντα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define gene

Translate gene




gene in Chinese | | gene in English | gene in French | gene in Italian | gene in Spanish | gene in Dutch | gene in Portuguese | gene in German | gene in Russian | gene in Japanese | gene in Korean | gene in Turkish | gene in Hebrew | gene in Arabic | gene in Croatian | gene in Swedish