Geduld (die)
ανοχή, ανεκτικότης, ανεκτικότητα
{
tolerance
}
gedulden
ανέχομαι, αντέχω, φέρω, υποφέρω,...
{
bear
}
αντέχω, διαρκώ, υποφέρω, υπομένω
{
endure
}
geduld (het)
ανοχή, ανεκτικότης, ανεκτικότητα
{
tolerance
}
dulden
ανέχομαι, αντέχω, φέρω, υποφέρω,...
{
bear
}
υποφέρω, πάσχω, δεινοπαθώ
{
suffer
}
αντέχω, διαρκώ, υποφέρω, υπομένω
{
endure
}
εγκρίνω, επικυρώ, κυρώ, επικυρώνω
{
sanction
}
εντρυφώ, παραδίδομαι εις, ικανοποιώ
{
indulge
}
geduld
υπoμovή η
-
geduld hebben
καρτερώ, καρτέρησα
39 υπομονεύω, υπομόνεψα
35a