gebruiken
κάνω χρήση, συνηθίζω, μεταχειρίζομαι,...
{
use
}
καταναλίσκω, δαπανώ, καταβροχθίζω,...
{
consume
}
gebruik (het)
χρήση, μεταχείριση, έξη
{
usage
}
μεταχείριση, συνήθεια, χρησιμότης,...
{
use
}
πρακτική, πράξη, χρήση, άσκηση, μάθηση,...
{
practice
}
συνήθεια, έθος, έθιμο
{
custom
}
συνέλευση, συνέδριο, σύμβαση, συνήθεια
{
convention
}
gebruiken
χρησιμoπoιώ, χρησιμoπoίησα
μεταχειρίζoμαι, μεταχειρίστηκα
-
gebruik het
χρήση η
-
ik leerde hoe een wapen te gebruiken
έμαθα πως να μεταχειρίζoμαι ένα όπλο
-
ik gebruik elke dag aftershave
χρησιμoπoιώ κάθε μέρα λοσιόν ξυρίσματος
-
gebruikt worden/zijn
χρησιμoπoιoύμαι, χρησιμoπoιήθηκα
-
het is gemakkelijk te gebruiken
είναι ευκολομεταχείριστο
hanteren
μεταχειρίζoμαι, μεταχειρίστηκα
37χειρίζομαι, χειρίστηκα
37