gebruik (het)
χρήση, μεταχείριση, έξη
{
usage
}
μεταχείριση, συνήθεια, χρησιμότης,...
{
use
}
πρακτική, πράξη, χρήση, άσκηση, μάθηση,...
{
practice
}
συνήθεια, έθος, έθιμο
{
custom
}
συνέλευση, συνέδριο, σύμβαση, συνήθεια
{
convention
}
gebruiken
κάνω χρήση, συνηθίζω, μεταχειρίζομαι,...
{
use
}
καταναλίσκω, δαπανώ, καταβροχθίζω,...
{
consume
}
gebruik
έθιμo τo