gebrek (het)
στέρηση, έλλειψη
{
lack
}
αξίωση, απαίτηση, ζήτηση, αίτημα
{
demand
}
ελάττωμα, ατέλεια, έλλειψη
{
defect
}
ασθένεια, αρρώστια, αδιαθεσία
{
sickness
}
ασθένεια, αρρώστεια, νόσημα, νόσος,...
{
illness
}
gebrek
έλλειψη η
tekort
έλλειψη η
απουσία η
ανυπαρξία η