gazon (het)
είδος λεπτού υφάσματος, λειβάδι,...
{
lawn
}
gazon (m)
χλόη, χόρτο, γκαζόν, γρασίδι, χορτάρι
{
grass
}
είδος λεπτού υφάσματος, λειβάδι,...
{
lawn
}
χώμα μετά ρίζων, βώλος, χλοοτάπητας,...
{
sod
}
έδαφος με χλόη, χλόη, ιπποδρόμιο
{
turf
}
gazon
γρασίδι τo
γλόη η
γκαζόν το
πελούζα η
πρασινάδα η