gay
επίθ.
φαιδρός, ζωηρός, εύθυμος
ουσ.
παιδεραστής, αρσενοκοίτης, ομοφυλόφιλος, πούστης
gay
(Lex). ομοφυλόφιλος, φαιδρός, εύθυμος, χαρούμενος
gay
Επιθ. εύθυμος, χαρούμενος//
που έχει ζωηρά - χαρούμενα χρώματα, φανταχτερός//
ανήθικος, αναιδής//
ομοφυλόφιλος,
Ουσ. ομοφυλόφιλο άτομο, κίναιδος (αργκό)
Ομοφυλόφιλος
Ομοφυλόφιλος είναι ο άνθρωπος που έλκεται σεξουαλικά από άτομα του ίδιου φύλου. Ειδικά για τις γυναίκες έχει επικρατήσει ο όρος λεσβία, από το νησί
Λέσβος, και κάποιοι συνδέουν τη χρήση του όρου με τη
Σαπφώ. Η
ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται πολλές φορές από κάποιους ως ελάττωμα ή από πολλές θρησκείες ως αμαρτία, με αποτέλεσμα πολλές φορές η χρήση του όρου να γίνεται υποτιμητικά. Οι ομοφυλόφιλοι υφίστανται σε πολλά μέρη του κόσμου καταπίεση, βία και διωγμούς, καθώς κάποιοι τους θεωρούν ως "διεστραμμένους" ή "άρρωστους". Από πολλούς φορείς και οργανώσεις γίνεται προσπάθεια να αποδεχθούν οι κοινωνίες την πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας και να πάψουν να στερούν από τους ομοφυλόφιλους βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...