gay

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
gay
επίθ. φαιδρός, ζωηρός, εύθυμος
 
ουσ. παιδεραστής, αρσενοκοίτης, ομοφυλόφιλος, πούστης


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
gay
(Lex). ομοφυλόφιλος, φαιδρός, εύθυμος, χαρούμενος


My English - GreekDownload this dictionary
gay
Επιθ. εύθυμος, χαρούμενος//
που έχει ζωηρά - χαρούμενα χρώματα, φανταχτερός//
ανήθικος, αναιδής//
ομοφυλόφιλος,
Ουσ. ομοφυλόφιλο άτομο, κίναιδος (αργκό)

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ομοφυλόφιλος
Ομοφυλόφιλος είναι ο άνθρωπος που έλκεται σεξουαλικά από άτομα του ίδιου φύλου. Ειδικά για τις γυναίκες έχει επικρατήσει ο όρος λεσβία, από το νησί Λέσβος, και κάποιοι συνδέουν τη χρήση του όρου με τη Σαπφώ. Η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται πολλές φορές από κάποιους ως ελάττωμα ή από πολλές θρησκείες ως αμαρτία, με αποτέλεσμα πολλές φορές η χρήση του όρου να γίνεται υποτιμητικά. Οι ομοφυλόφιλοι υφίστανται σε πολλά μέρη του κόσμου καταπίεση, βία και διωγμούς, καθώς κάποιοι τους θεωρούν ως "διεστραμμένους" ή "άρρωστους". Από πολλούς φορείς και οργανώσεις γίνεται προσπάθεια να αποδεχθούν οι κοινωνίες την πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας και να πάψουν να στερούν από τους ομοφυλόφιλους βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define gay

Translate gay





gay in Chinese | | gay in English | gay in French | gay in Italian | gay in Spanish | gay in Dutch | gay in Portuguese | gay in German | gay in Russian | gay in Japanese | gay in Korean | gay in Turkish | gay in Hebrew | gay in Arabic | gay in Croatian | gay in Serbian | gay in Swedish