Garantie (die)
ασφάλεια, εγγύηση, μετοχή, χρεόγραφο,...
{
security
}
ενέχυρο, εχέγγυο, υπόσχεση
{
pledge
}
garantie (de)
garantie (f)
ασφάλεια, εγγύηση, μετοχή, χρεόγραφο,...
{
security
}
ενέχυρο, εχέγγυο, υπόσχεση
{
pledge
}
διάμετρος, ενέχυρο, δείκτης, μέτρο,...
{
gage
}
εξασφάλιση, περιφρούρηση, προστασία
{
safeguard
}
garantir
ασφαλίζω, εξασφαλίζω
{
secure
}
βεβαιώ, διαβεβαιώνω, ασφαλίζω
{
assure
}
εξασφαλίζω, εγγυώμαι
{
ensure
}
εγγυώμαι, εξουσιοδοτώ, δικαιολογώ
{
warrant
}
διατηρώ, διαφυλάττω, προστατεύω
{
preserve
}
υποστηρίζω, οπισθοχωρώ
{
back
}
une garantie
εγγύηση (η)
garantie
εγγύηση η