full
ρήμ.
γναφεύω, καθαρίζω και ετοιμάζω υφάσματα
επίθ.
άρτιος, γεμάτος, μεστός, χορτάτος
Full
(Math). πλήρης
full
(Lex**) πλήρης
full (complete)
(Lex*) πλήρης (πλήρης)
full (jury/hour/tones)
(Lex*) πλήρης (***jury/hour/tones)
full (meal)
(Lex*) πλήρης (γεύμα)
full (occupied)
(Lex*) πλήρης (κατειλημμένος)
full (of)
(Lex*) πλήρες ***(of)
full (short form)
(Lex*) πλήρης (σύντομη μορφή)
full
Επίθ. πλήρης, γεμάτος, κομπλέ //
ολόκληρος//
παχουλός//
φαρδύς
Ουσ. πληρότηταΡημ. γνέθω
full
πλήρης, γεμάτος, ολόκληρος
full
πλήρης, γεμάτος