frieze
Babylon English-GreekDownload this dictionary
frieze
ουσ. ζωοφόρος, χονδρό μάλλινο ύφασμα, διάζωμα

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ζωφόρος
Με την λέξη Ζωφόρος ή ζωοφόρος ή διάζωμα στην αρχιτεκτονική και την αρχαιολογία χαρακτηρίζεται σπουδαίο αρχιτεκτονικό στοιχείο που προσδίδει μια κομψότητα στο επιστέγασμα των κτιρίων. Αποτελεί μια διακοσμητική ταινία που περιτρέχει το οικοδόμημα. Βρίσκεται συνήθως στην εξωτερική όψη του κτιρίου που μαζί με το γείσο και το επιστύλιο αποτελούν το λεγόμενο θριγκό. Όταν αυτό το διάζωμα φέρει μεταξύ των άλλων παραπάνω τμημάτων του Θρογκού ανάγλυφες παραστάσεις τότε η δημιουργούμενη σειρά αυτών λέγεται ζωφόρος. Η διαφορά της ζωφόρου από το απλό διάζωμα βρίσκεται στην ίδια την ετυμολογία της λέξης, που σημαίνει κυριολεκτικά φέρω ζωή.

Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
frieze
(Lex). διάζωμα, ζωφόρος

My English - GreekDownload this dictionary
frieze
Ουσ. ζωοφόρος, αρχιτεκτονικό διάζωμα

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
frieze
ζωφόρος


| frieze in English | frieze in French | frieze in Italian | frieze in Spanish | frieze in Dutch | frieze in Portuguese | frieze in German | frieze in Russian | frieze in Japanese | frieze in Korean | frieze in Turkish | frieze in Hebrew | frieze in Arabic | frieze in Thai | frieze in Polish | frieze in Czech | frieze in Catalan | frieze in Croatian | frieze in Serbian | frieze in Urdu | frieze in Bulgarian | frieze in Danish | frieze in Finnish | frieze in Norwegian | frieze in Romanian | frieze in Swedish | frieze in Farsi | frieze in Macedonian | frieze in Hindi | frieze in Indonesian | frieze in Vietnamese | frieze in Malay