fout
εσφαλμένος, άδικος
{
wrong
}
εσφαλμένος, λανθασμένος, παρεννοημένος
{
mistaken
}
fout (de)
παρόραμα, λάθος, πλάνη, σφάλμα
{
error
}
αποτυχία, πτώχευση, παράλειψη, τζίφος,...
{
failure
}
ελάττωμα, ατέλεια, έλλειψη
{
defect
}
ελάττωμα, ψεγάδι, ράγισμα
{
flaw
}
foutre (m)
κάμνω, κάνω, πράττω, ποιώ, εκτελώ
{
do
}
εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω
{
perform
}
θέτω, βάζω, βάλλω
{
put
}
συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι
{
copulate
}
fout
λάθoς τo
σφάλμα τo