foul
επίθ.
ακάθαρτος, βρωμερός, αχρείος
ρήμ.
μολύνω, λερώνω
foul
(Lex**) λερώστε
foul (play)
(Lex*) λερώστε (παιχνίδι)
foul (water)
(Lex*) λερώστε (ύδωρ)
foul (weather)
(Lex*) λερώστε (καιρός)
foul (with)
(Lex*) λερώστε (με)
foul
αντικανονικός, // ρυπαρός, μολυσμένος// αποκρουστικός, αηδιαστικός// δόλιος, ύπουλος// τρομερός//
αντικανονικό παίξιμο// τρακάρισμα, σύγκρουση (πλοίων)// μόλυνση, ρύπανση//
μολύνω, //λερώνω, λερώνομαι// μπερδεύω
foul
βρόμικος, ανέντιμος, αηδιαστικός, απαίσιος, φάουλ
foul
foul ρυπαίνω