fossil

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
fossil
ουσ. απολίθωμα


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
fossil
(Lex**) fossil


My English - GreekDownload this dictionary
fossil
απολίθωμα//
όχι μοντέρνο (μτφ.)
που αναφέρεται στο απολίθωμα, απολιθωμένος//
απαρχαιωμένος, όχι μοντέρνος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Απολίθωμα
Τα απολιθώματα είναι είτε λείψανα (υπολείμματα) φυτικών ή ζωικών οργανισμών που έζησαν πριν από τη σημερινή γεωλογική εποχή και κλείσθηκαν σε στρώματα γης (ιζήματα), δηλαδή σε αποθέσεις, είτε ακόμη και ίχνη (ενδείξεις) ύπαρξης ζωής στο παρελθόν (βιοδηλωτικά ίχνη). Τα απολιθώματα αποτελούν αντικείμενο της επιστήμης της παλαιοντολογίας. Πιο συγκεκριμένα:τα ζωικά απολιθώματα μελετώνται από την παλαιοζωολογία,τα φυτικά απολιθώματα μελετώνται από την παλαιοβοτανική,τα ανθρώπινα απολιθώματα μελετώνται από την παλαιοανθρωπολογία και οι ενδείξεις ύπαρξης ζωής μελετώνται από την παλαιοϊχνολογία.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define fossil

Translate fossil





fossil in Chinese | | fossil in English | fossil in French | fossil in Italian | fossil in Spanish | fossil in Dutch | fossil in Portuguese | fossil in German | fossil in Russian | fossil in Japanese | fossil in Korean | fossil in Turkish | fossil in Hebrew | fossil in Arabic | fossil in Croatian | fossil in Serbian | fossil in Swedish