forward
επίρ.
εμπρός, προς τα εμπρός
επίθ.
μπροστινός, πρόθυμος, αυθάδης
ρήμ.
προάγω, διαβιβάζω
Forward
(comp). εμπρός
forward
(Lex). επίρρ. προς τα εμπρός, πρόσω, ρ. προάγω, προωθώ
forward(s)
(Lex**) διαβιβάστε
forward
Επίθ. μπροστινός, κινούμενος προς τα μπρος//
προχωρημένος//
προκαταβολικός//
έτοιμος, πρόθυμος//
αυθάδης , προπετής//
προοδευτικός//
Επίρρ. πρόσω//
πολλές φορές
Ρημ. προωθώ, προάγω//
υποστηρίζω, υποβοηθώ//
στέλνω
forward
μπροστινός, μπρος, προκαταβολικός, προχωρημένος
forward
μπροστινός, μπρος