Fonds (der)
απόθεμα, κεφάλαιο
{
fund
}
χρήμα, χρήματα, λεφτά, παραδάκι, παράς
{
money
}
χρήματα, χρηματικά ποσά
{
monies
}
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
μετρητά, ρευστό χρήμα, μετρητά χρήματα
{
cash
}
fonds (het)
απόθεμα, κεφάλαιο
{
fund
}
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
ανεφοδιασμός, εφόδιο, προμήθεια
{
supply
}
fond (het/de)
τοποθέτηση, δέσιμο δακτυλιολίθου,...
{
setting
}
fonds (m)
απόθεμα, κεφάλαιο
{
fund
}
χρήμα, χρήματα, λεφτά, παραδάκι, παράς
{
money
}
όρος, πρόβλεψη, φροντίδα, πρόνοια
{
provision
}
fond (m)
πυθμένας, κάτω μέρος, βάθος
{
bottom
}
πλάτη, κώλος, νώτα, βάθος
{
back
}
βαθύτης, βαθύτητα, βάθος, πυθμένας
{
depth
}
ουσιώδες ζήτημα, κύρια δυσκολία,...
{
crux
}
ουσία, μύρο, αιθέριο έλαιο, απόσταγμα
{
essence
}
πραγματικότητα, ουσία, υπόσταση,...
{
substance
}
fondre
τήκω, τήκομαι, λυώνω
{
melt
}
μυρίζομαι, οσφραίνομαι, μυρίζω
{
smell
}
λυώνω μέταλλο, εκκαμινεύω
{
smelt
}
απορρίπτω, πετώ, ρίπτω, χύνω μέταλλο
{
cast
}
συνενώνω, συνδυάζω, συνδυάζομαι, ενώνω
{
combine
}
ενώνομαι, ενώνω, συνενώνω, καταδύω,...
{
merge
}
fond
Επιθ. αφοσιωμένος, //
στοργικός, τρυφερός//
απλοϊκός, ανόητοςΟυσ. υπόστρωμα
fonds
ταμείo τo