fonds

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


German - GreekDownload this dictionary
Fonds (der)
απόθεμα, κεφάλαιο { fund }
χρήματα { funds }
χρήμα, χρήματα, λεφτά, παραδάκι, παράς { money }
χρήματα, χρηματικά ποσά { monies }
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,... { capital }
μετρητά, ρευστό χρήμα, μετρητά χρήματα { cash }


Dutch - GreekDownload this dictionary
fonds (het)
απόθεμα, κεφάλαιο { fund }
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,... { capital }
ανεφοδιασμός, εφόδιο, προμήθεια { supply }
 
fond (het/de)
βάθος, φόντο { background }
τοποθέτηση, δέσιμο δακτυλιολίθου,... { setting }


French - GreekDownload this dictionary
fonds (m)
συλλογή, είσπραξη, έρανος, σωρός { collection }
απόθεμα, κεφάλαιο { fund }
χρήμα, χρήματα, λεφτά, παραδάκι, παράς { money }
όρος, πρόβλεψη, φροντίδα, πρόνοια { provision }
 
fond (m)
πυθμένας, κάτω μέρος, βάθος { bottom }
πλάτη, κώλος, νώτα, βάθος { back }
βαθύτης, βαθύτητα, βάθος, πυθμένας { depth }
στήθος { bosom }
καρδιά, θάρρος { heart }
εσωτερική φύση, εσωτερική φύσις { inwardness }
ουσιώδες ζήτημα, κύρια δυσκολία,... { crux }
ουσία, μύρο, αιθέριο έλαιο, απόσταγμα { essence }
πραγματικότητα, ουσία, υπόσταση,... { substance }
βάθος, φόντο { background }
 
fondre
τήκω, τήκομαι, λυώνω { melt }
μυρίζομαι, οσφραίνομαι, μυρίζω { smell }
λυώνω μέταλλο, εκκαμινεύω { smelt }
απορρίπτω, πετώ, ρίπτω, χύνω μέταλλο { cast }
συνενώνω, συνδυάζω, συνδυάζομαι, ενώνω { combine }
ενώνομαι, ενώνω, συνενώνω, καταδύω,... { merge }
ρέω, τρέχω { run }
πλάθω, μουχλιάζω, σχηματίζω { mold (Amer.) }

My English - GreekDownload this dictionary
fond
Επιθ. αφοσιωμένος, //
στοργικός, τρυφερός//
απλοϊκός, ανόητοςΟυσ. υπόστρωμα

Flemish - GreekDownload this dictionary
fonds
ταμείo τo


Define fonds

Translate fonds





fonds in Chinese | | fonds in English | fonds in French | fonds in Italian | fonds in Spanish | fonds in Dutch | fonds in Portuguese | fonds in German | fonds in Russian | fonds in Japanese | fonds in Turkish | fonds in Hebrew | fonds in Arabic | fonds in Croatian | fonds in Swedish