flush
ρήμ.
κοκκινίζω, ερυθριώ, εξάπτω, κατακλύζω, εξάπτομαι, εκπλύνω, εκπλύνομαι
ουσ.
έξαψη, ερύνθημα, συρροή
επίθ.
άφθονος, ισόπεδος, πλήρης
flush
(Lex**) εκροή
flush (with)
(Lex*) εκροή (με)
flush
Ρημ. ερυθριώ, κοκκινίζω στο πρόσωπο (από ζέστη, νεύρα ή αμηχανία)//
τραβώ το καζανάκι τουαλέτας, καθαρίζω τουαλέτα με νερό//
ξεπλένω, καθαρίζω με τη ροή νερού//
αδειάζω τμήμα μνήμης υπολογιστή (Η/Υ)
Ουσ. κοκκίνισμα προσώπου, ερυθρίαση, κοκκινίλα, αναψοκοκκίνισμα//
ξέπλυμα, έκπλυση//
ξαφνικό και έντονο συναίσθημα//
"χρώμα" (σε πόκα, πόκερ κτλ), φλός//
το τράβηγμα του καζανιού της τουαλέτας
Επίθ. κοκκινισμένος, //
ισεπίπεδος, που δεν προεξέχει//
πλουσιοπάροχος, που "ρέει", απλόχερος
flush
flush καθαρίζω, ξεπλένω