flat
ουσ.
διαμέρισμα δωμάτιων, πεδιάς, ύφεση, διαμέρισμα
επίθ.
ισόπεδος, σιμός, επίπεδος, ανούσιος, αμβλύς, επίπεδα
Flat
(Math). επίπεδος
flat
(Lex**) επίπεδος
flat
Επίθ. επίπεδος, //
λείος, ομαλός, ίσιος//
πλατύς, φλάτ//
άτονος, θαμπός, υποτονικός//
ενιαίος, σταθερός, αμετάβλητος//
κατηγορηματικός, απόλυτος//
ξεθυμασμένος (για αεριούχα ποτά)//
που δεν έχει τακούνι, που μοιάζει με παντόφλα
Ουσ. διαμέρισμα (πολυκατοικίας)//
ύφεση (μουσ.)
flat
επίπεδος, διαμέρισμα, κατηγορηματικός, μονότονος, ομαλός, στρωτός, πλατύς, φαρδύς
flat
επίπεδος, διαμέρισμα