fix
ρήμ.
στερεώ, στερεώνω, ορίζω, προσηλώνω, επιδιορθώνω, επισκευάζω, μπήγω, διορθώνω
fix
(Lex). φτιάχνω
fix (on/upon)
(Lex*) αποτύπωση (/επάνω)
fix (so.'s eyes upon)
(Lex*) αποτύπωση (έτσι μάτια επάνω)
fix (so.'s thoughts on)
(Lex*) αποτύπωση (έτσι σκέψεις επάνω)
fix (to)
(Lex*) αποτύπωση ***(to)
fix
Ρημ. στερεώνω, σταθεροποιώ//
καρφώνω, προσηλώνω (κυρ. και μτφ.)//
παγιώνω, //
εξακριβώνω,//
προσδιορίζω (πχ. στίγμα σκάφους, χρονικό σημείο κτλ.)//
τακτοποιώ κάτι με απάτη, "κανονίζω"//
επιδιορθώνω, επισκευάζω, αποκαθιστώ//
παρασκευάζω (πχ. ποτό)//
κάνω ανεξίτηλο, "φιξάρω"//
εκδικούμαι//
δωροδοκώ , ρυθμίζω με δωροδοκία (αργκό)
Ουσ. αμηχανία, μπλέξιμο, δύσκολη θέση//
εξακρίβωση θέση, εξακρίβωση στίγματος