firma

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Portuguese - GreekDownload this dictionary
firma (f)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος { firm }
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,... { company }
φροντίδα, ανησυχία, μέριμνα, υπόθεση,... { concern }
υπογραφή, τζίφρα { signature }
 
firmar
ασφαλίζω, εξασφαλίζω { secure }
οχυρώνω, κατοχυρώνω { fortify }
ενισχύω, δυναμώνω, εδραιώνω, ανδυναμώνω { strengthen }
βαστάζω, συγκρατώ, κρατώ, κατέχω, πιάνω,... { hold }
σταθεροποιώ { steady }
σταθεροποιώ, μονιμοποιώ { stabilize (Amer.) }
συγκεντρώνω, στερεώνω, εμπεδώνω,... { consolidate }
επιβεβαιώ, ενισχύω, επιβεβαιώνω { corroborate }
ενισχύω { reinforce }
επιβεβαιώνω, εγκρίνω, επικυρώνω, χρίω { confirm }
στηρίζω, στυλώνω, υποστηρίζω, συντηρώ,... { support }
στηρίζω, υποστηρίζω { uphold }
υποστηρίζω { prop }
ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω, πείθω,... { determine }
στερεώ, στερεώνω, ορίζω, προσηλώνω,... { fix }
υπογράφω, νεύω { sign }
επικυρώ, επικυρώνω { ratify }
επιδοκιμάζω, εγκρίνω { approve }
εξουσιοδοτώ, εγκρίνω { authorize (Amer.) }
εγκρίνω, επικυρώ, κυρώ, επικυρώνω { sanction }
χαράζω { engrave }


Spanish - GreekDownload this dictionary
firma (f)
υπογραφή, τζίφρα { signature }
οπισθογράφηση { endorsement }
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος { firm }
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,... { company }
 
firmar
υπογράφω, νεύω { sign }
μαρκάρω, σημειώνω { mark }
δεικνύω, υποδεικνύω, υποδηλώνω, δείχνω,... { indicate }
επικυρώ, επικυρώνω { ratify }
μαρτυρώ, βλέπω { witness }


Italian - GreekDownload this dictionary
firma (f)
υπογραφή, τζίφρα { signature }
επιγραφή, προγνωστικό, σήμα, ταμπέλα,... { sign }
όνομα, προσωνυμία, φήμη, υπόληψη { name }
 
firmare
υπογράφω, νεύω { sign }
ασφαλίζω, εγγυώμαι { underwrite }
οπισθογραφώ, εγκρίνω, επιδοκιμάζω { endorse }
οπισθογραφώ, επιδοκιμάζω { indorse }
υπογράφω, εγκτάφομαι συνδρομητής,... { subscribe }

German - GreekDownload this dictionary
Firma (die)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος { firm }
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,... { company }
σωματείο, συντεχνία, εταιρεία, δημοτικό... { corporation }
κοινωνία, εταιρία, σύλλογος, συντροφιά,... { society }
οργάνωση, οργανισμός, διοργάνωση,... { organization (Amer.) }

Dutch - GreekDownload this dictionary
firma (de)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος { firm }
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,... { company }
σωματείο, συντεχνία, εταιρεία, δημοτικό... { corporation }

Define firma

Translate firma





firma in Chinese | | firma in English | firma in French | firma in Italian | firma in Spanish | firma in Dutch | firma in Portuguese | firma in German | firma in Russian | firma in Japanese | firma in Turkish | firma in Hebrew | firma in Arabic | firma in Croatian | firma in Serbian | firma in Swedish