firma (f)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος
{
firm
}
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,...
{
company
}
φροντίδα, ανησυχία, μέριμνα, υπόθεση,...
{
concern
}
firmar
ασφαλίζω, εξασφαλίζω
{
secure
}
ενισχύω, δυναμώνω, εδραιώνω, ανδυναμώνω
{
strengthen
}
βαστάζω, συγκρατώ, κρατώ, κατέχω, πιάνω,...
{
hold
}
επιβεβαιώνω, εγκρίνω, επικυρώνω, χρίω
{
confirm
}
στηρίζω, στυλώνω, υποστηρίζω, συντηρώ,...
{
support
}
στηρίζω, υποστηρίζω
{
uphold
}
ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω, πείθω,...
{
determine
}
στερεώ, στερεώνω, ορίζω, προσηλώνω,...
{
fix
}
εγκρίνω, επικυρώ, κυρώ, επικυρώνω
{
sanction
}
firma (f)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος
{
firm
}
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,...
{
company
}
firmar
μαρκάρω, σημειώνω
{
mark
}
δεικνύω, υποδεικνύω, υποδηλώνω, δείχνω,...
{
indicate
}
firma (f)
επιγραφή, προγνωστικό, σήμα, ταμπέλα,...
{
sign
}
όνομα, προσωνυμία, φήμη, υπόληψη
{
name
}
firmare
οπισθογραφώ, εγκρίνω, επιδοκιμάζω
{
endorse
}
οπισθογραφώ, επιδοκιμάζω
{
indorse
}
υπογράφω, εγκτάφομαι συνδρομητής,...
{
subscribe
}
Firma (die)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος
{
firm
}
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,...
{
company
}
σωματείο, συντεχνία, εταιρεία, δημοτικό...
{
corporation
}
κοινωνία, εταιρία, σύλλογος, συντροφιά,...
{
society
}
firma (de)
φίρμα, εταιρεία, εμπορικός οίκος
{
firm
}
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,...
{
company
}
σωματείο, συντεχνία, εταιρεία, δημοτικό...
{
corporation
}