felt
ουσ.
πεπιεσμένο μαλλί για κετσέδες, κέτσες, τσόχα
ρήμ.
ένιωσα
feel
ρήμ.
πασπατεύω, αισθάνομαι, νιώθω, ψηλαφώ, αγγίζω
felt
(Lex**) αισθητός
felt
Ουσ. τσόχαΕπίθ. τσόχινοςΡημ. καλύπτω με πισσόχαρτο,
feel
Ουσ. αίσθηση (της αφής)//
αφή, άγγιγμα//
υφή, αίσθηση (πχ. έχω την αίσθηση ότι...), //
ατμόσφαιρα (μτφ.)//
διαίσθηση, νιώσιμο//
συμπάθεια , ευαισθησίαΡημ. αισθάνομαι,//
αγγίζω//
νιώθω, διαισθάνομαι, καταλαβαίνω//
ψηλαφίζω, //
πιστεύω, νομίζω
felt
αισθανόμουν, ένιώθα, τσόχα
felt
αισθανόμουν, ένιώθα, τσόχα