feeling
ουσ.
αίσθημα, αφή, συναίσθημα
feel
ρήμ.
πασπατεύω, αισθάνομαι, νιώθω, ψηλαφώ, αγγίζω
feeling
(Lex**) συναίσθημα
feeling
Ουσ. αφή, αίσθηση//
συναίσθημα, συμπάθεια, κατανόηση, συμπόνοια//
διαίσθηση//
αρέσκεια, συμπάθεια// ευαισθησία//
πάθος, θέρμη
Επίθ. ευαίσθητος, συμπονετικός
feel
Ουσ. αίσθηση (της αφής)//
αφή, άγγιγμα//
υφή, αίσθηση (πχ. έχω την αίσθηση ότι...), //
ατμόσφαιρα (μτφ.)//
διαίσθηση, νιώσιμο//
συμπάθεια , ευαισθησίαΡημ. αισθάνομαι,//
αγγίζω//
νιώθω, διαισθάνομαι, καταλαβαίνω//
ψηλαφίζω, //
πιστεύω, νομίζω
feel
νιώθω, αφή, αγγίζω, αισθάνομαι, πιστεύω, ψηλαφώ