fables
Babylon English-GreekDownload this dictionary
fable
ουσ. μύθος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Παραμύθι
Υπό την ακριβή έννοιά του το παραμύθι είναι μια σύντομη ή λαϊκή ιστορία που ενσωματώνει το έθος, το οποίο μπορεί να εκφραστεί ρητά στο τέλος του ως αξιωματική αρχή. Συγγενές του μύθου αλλά διαφοροποιημένο εννοιολογικά το παραμύθι είναι εξαρχής μια επινόηση, μια μυθιστοριογραφία, μια φαντασιακή αφήγηση που κάνει μεταφορική χρήση κάποιου ζώου ως κεντρικό χαρακτήρα του ή εισάγει στερεότυπους χαρακτήρες, όπως ο κατεργάρης. Πολύ συχνά γίνεται ανατρεπτική αλληγορία ενάντια στον φεουδαρχισμό ή την εκάστοτε άρχουσα τάξη, ή μια σύγκρουση του ανθρώπινου με το αόρατο βασίλειο. Προσωποποιεί και εξατομικεύει διαφορετικά στοιχεία πέρα από τη λογική του χώρου και του χρόνου και επεκτείνεται αδιάκριτα από τον οργανικό στον ανόργανο κόσμο από τον άνθρωπο και τα ζώα στα δέντρα, τα λουλούδια, τις πέτρες, τα ρεύματα και τους ανέμους.

Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
fables
(Lex**) μύθοι

My English - GreekDownload this dictionary
fable
Ουσ. παραμύθι, μύθος , ιστορία // ψέμα.

Tapsis French Greek 3Download this dictionary
une fable
παραμύθι (το), μύθοι ζώων


| fables in English | fables in French | fables in Italian | fables in Spanish | fables in Dutch | fables in Portuguese | fables in German | fables in Russian | fables in Japanese | fables in Korean | fables in Turkish | fables in Hebrew | fables in Arabic | fables in Polish | fables in Czech | fables in Catalan | fables in Albanian | fables in Bulgarian | fables in Danish | fables in Finnish | fables in Norwegian | fables in Romanian | fables in Swedish | fables in Farsi