experiment


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
experiment
ρήμ. πειραματίζομαι
 
ουσ. πείραμα


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
experiment
(Lex**) πείραμα


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
experiment
πείραμα, πειραματίζομαι
 
conceptual experiment
εννοιολογικό πείραμα (χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία πειραμάτων σε υπολογιστή)

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
experiment
πείραμα, πειραματίζομαι

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Πείραμα
Ως Πείραμα χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε έμπρακτη δοκιμή ή εφαρμογή θεωρίας προς άσκηση ή μελέτη και γενικά ο κάθε έλεγχος της θεωρητικής γνώσης. Ειδικότερα όμως πείραμα λέγεται η υπό του ανθρώπου μεθοδική αναπαραγωγή ενός φαινομένου με στόχο την εξακρίβωση της φύσης του, των αιτιών που το προκαλούν και των νόμων από τους οποίους διέπεται αυτό το φαινόμενο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define experiment

Translate experiment




experiment in Chinese | | experiment in English | experiment in French | experiment in Italian | experiment in Spanish | experiment in Dutch | experiment in Portuguese | experiment in German | experiment in Russian | experiment in Japanese | experiment in Korean | experiment in Turkish | experiment in Hebrew | experiment in Arabic | experiment in Croatian | experiment in Serbian | experiment in Swedish