Engel (der)
engel (de)
engel
φραγμός, εμπόδιο, φράγμα
{
barrier
}
ράβδος, μεταλλικό τεμάχιο, λοστός,...
{
bar
}
μειονέκτημα, εμπόδιο, δρόμος με εμπόδεια
{
handicap
}
εμποδιά δρόμου, εμπόδιο, φράγμα αγώνος
{
hurdle
}
πυκνό πυρ, κοιλαδοφράκτης, φράγμα...
{
barrage
}
κορμός, οικοδομικό τετράγωνο, μεγάλο...
{
block
}
αναχαίτηση, καρό, ρουά (σκάκι), έλεγχος,...
{
check
}
τσόκαρο, πέδη, κώλυμα, στούπωμα
{
clog
}
σπασμός, τσεγκέλι, γάντζος, κράμπα,...
{
cramp
}
μητέρα ζώου, μητέρα τετραπόδου ζώου,...
{
dam
}
κώλυμα, συρόμενο
{
drag
}
φράκτης, κλεπταποδόχος
{
fence
}
Engel
engel
άγγελoς o