energia (f)
ενέργεια, ενεργητικότητα, δραστηριότητα
{
energy
}
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
κουράγιο, νεύρο, τόλμη, ψυχραιμία,...
{
nerve
}
δραστηριότητα, απασχόληση, αρμοδιότητα,...
{
activity
}
πνεύμα, ζωή, ψυχή, διάθεση, φρόνημα,...
{
spirit
}
καλλιτεχνικός οίστρος, ζωηρότης,...
{
verve
}
Energie (die)
ενέργεια, ενεργητικότητα, δραστηριότητα
{
energy
}
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
ρώμη, ενεργητικότητα, σθένος, δύναμη,...
{
vigor
}
energie (de)
ενέργεια, ενεργητικότητα, δραστηριότητα
{
energy
}
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
ρώμη, ενεργητικότητα, σθένος, δύναμη,...
{
vigor
}
énergie (f)
ενέργεια, ενεργητικότητα, δραστηριότητα
{
energy
}
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
ρώμη, ενεργητικότητα, σθένος, δύναμη,...
{
vigor
}
πνεύμα, ζωή, ψυχή, διάθεση, φρόνημα,...
{
spirit
}
une energie
έμφαση (η), ενέργεια (η)
une énergie
έμφαση (η), ενέργεια (η)