EN (Escola Naval)
en
εν, εις, σε, εντός, μέσα
{
in
}
εντός, μέσα, εις, σε
{
into
}
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
επί, επάνω, εις, προς, κατά, εμπρός
{
on
}
εν, εις, κατά, στο, στη, στον
{
at
}
περί, σχετικά με, για, γύρω από, επάνω
{
about
}
een
κάθε, καθόλου (με άρνηση), πας, όποιος
{
any
}
κάμποσος, μερικοί, τινές, κάποιος
{
some
}
ένας, μια, μία, ένα
{
a
}
een (de)
κάποιος, ένας, εις
{
one
}
en
nederdaling (de)
κατάβαση, κάθοδος, καταγωγή, κατωφέρεια,...
{
descent
}
nevenproduct (het)
rozestruik
schapevacht
προβιά, έριο, μαλλί
{
fleece
}
seringestruik (de)
πασχαλιά, πασχαλιά βοτανική
{
lilac
}
slangemens
strottehoofd (het)
subjekt
wilgescheut (de)
en
πλείστοι, μάλιστα, πλείστο
{
most
}
περισσότερος, πλείστος
{
most
}
φάρδος, εύρος, πλάτος
{
width
}
πολύ, ακριβώς, ακόμη και, λίαν
{
very
}
en
κάμποσος, μερικοί, τινές, κάποιος
{
some
}
εν, εις, κατά, στο, στη, στον
{
at
}
εν, εις, σε, εντός, μέσα
{
in
}
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
εντός, μέσα, εις, σε
{
into
}
τούτου, περί τούτου, εκ τούτου
{
thereof
}
ούτω, έτσι, λοιπόν
{
so
}
τοιουτοτροπώς, ούτως, έτσι
{
thus
}