electron

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
electron
ουσ. ηλεκτρόνιο


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
electron
(Lex). ουσ. φυσ. ηλεκτρόνιο


My English - GreekDownload this dictionary
electron
Ουσ. ηλεκτρόνιο//
κεχριμπάρι

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
Electron
Ηλεκτρόνιο

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ηλεκτρόνιο
Το ηλεκτρόνιο είναι ένα από τα θεμελιώδη υποατομικά σωματίδια της ύλης, το οποίο φέρει αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο. Είναι λεπτόνιο με σπιν 1/2 και μάζα πάνω από 1000 φορές μικρότερη από το ελαφρύτερο άτομο. Τα ηλεκτρόνια μαζί με τους ατομικούς πυρήνες σχηματίζουν τα άτομα. Ο αριθμός και η διάταξή των ηλεκτρονίων στις ατομικές στιβάδες καθορίζουν τις χημικές ιδιότητες τωνστοιχείων, ενώ η αλληλεπίδρασή τους με γειτονικούς πυρήνες δημιουργεί τους χημικούς δεσμούς.Η ροή ηλεκτρονίων μέσω αγωγού δημιουργεί το ηλεκτρικό ρεύμα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define electron

Translate electron





electron in Chinese | | electron in English | electron in French | electron in Italian | electron in Spanish | electron in Dutch | electron in Portuguese | electron in German | electron in Russian | electron in Japanese | electron in Korean | electron in Turkish | electron in Hebrew | electron in Arabic | electron in Croatian | electron in Serbian | electron in Swedish