elder
ουσ.
γεροντότερος
old
επίθ.
παλιός, γέρικος, γεροντικός, χρόνιος, παλαιός, ηλικιωμένος
elder
(Lex**) παλαιότερος
elder
Επιθ. μεγαλύτερος (σε ηλικία), γεροντότερος//
ο μεγαλύτερος , (ουσ.)
old
Επίθ. γέρος, ηλικιωμένος//
παλιός, γέρικος//
εξαντλημένος, //
πρώην , συνταξιούχος//
απαρχαιωμένος//
βετεράνος, έμπειρος
Ουσ. γέρος
π.χ.
My bike's old, but the wheels still turn!