eindigen
περατώνω, τελειώνω
{
end
}
περατώ, τελειοποιώ, τελειώνω
{
finish
}
κλείνω, περατώνω, κλείω
{
close
}
eindigen
eindigen
τελειώvω, τελείωσα (34)
-
eindigen in/op
καταλήγω, κατέληξα (36)
stoppen
stoppen
σταματώ, σταμάτησα
-
stoppen, ophouden, beeindigen
παύω, έπαψα
35a