eigenaardig
αξιοπερίεργος, ιδιάζων, ιδιόμορφος,...
{
peculiar
}
ειδικός, έκτακτος, συγκεκριμένος,...
{
special
}
παράξενος, μυστήριος, ξένος
{
strange
}
αταίριαστος, μόνος, περιττός, αλλόκοτος,...
{
odd
}
περίεργος, αδιάκριτος, παράξενος
{
curious
}
μοναδικός, ανεπανάληπτος
{
unique
}
ασυνήθης, μοναδικός, ενικός
{
singular
}
eigenaardig
παράξεvoς
vreemd
eigenaardig, raar
περίεργoς / παράξεvoς
-
vreemd
ξέvoς