echt
γνήσιος, αληθής, βέρος, αληθινός
{
genuine
}
φυσικός, φυσιολογικός, έμφυτος, εκ...
{
natural
}
χαρακτηριστικός, τυπικός
{
typical
}
echter
echt
γνήσιος, αληθής, βέρος, αληθινός
{
genuine
}
αληθής, ατούσιος
{
very
}
απεριόριστος, απόλυτος, άνευ όρων,...
{
absolute
}
τέλειος, τελειωμένος, πλήρης, ολικός,...
{
complete
}
ακριβής, αληθής, βέρος, πιστός
{
true
}
echter
όμως