drop
ρήμ.
στάζω, σταλάζω, πίπτω, ρίχνω, αφήνω να πέσει
ουσ.
σταγόνα, πτώση
drop
(Lex**) πτώση
drop
Ουσ. σταγόνα, ρανίδα, στάλα//
μικρή ποσότητα (υγρού)//
ότι μοιάζει με σταγόνα//
κόσμημα (σε σχήμα σταγόνας)//
κουφέτο, στρογγυλή καραμέλα//
πτώση, //
ύψος πτώσης//
μείωση ποσότητας, μείωση έντασης//
πέσιμο, πτώσηΡημ. στάζω, σταλάζω//
πέφτω απότομα//
προκαλώ πτώση ή πέφτω//
αφήνω να πέσει από τα χέρια//
καταρρέω, εξαντλούμαι , εξασθενώ//
κατεβάζω//
περνώ σε αχρηστία, " τελειώνω"//
περιέρχομαι, περνώ (σε κάποια κατάσταση)//
σχηματίζω κατωφέρεια//
κατεβάζω σε ενδιάμεση στάση, "αφήνω" //
διακόπτω σχεσεις, παρατώ//
ζημιώνομαι, χάνω λεφτά, "τα ακουμπάω" (αργκό) // "πετώ" κουβέντα, ξεστομίζω
drop
ρίχνω, αφήνω, παραλείπω, πέφτω, στάζω, σταματώ, σταγόνα, μου πέφτει, απότομη πτώση
drop
μ, μου πέφτει, σταγόνα, ρίχνω