droit
δίκαιος, σωστός, κατάλληλος, δεξιός
{
right
}
ακέριος, έντιμος, ευθύς
{
upright
}
droit (m)
δίκιο, καλό, δικαίωμα, δεξιά
{
Right
}
δίκαιο νομικής, νόμος, νομική
{
law
}
τίτλος, προσωνυμία, νόμιμος τίτλος
{
title
}
καθήκο, χρέος, δασμός, βάρδια, φόρος
{
duty
}
αμοιβή, δίδακτρα, τέλη
{
fee
}
le droit
δεξιός ; δικαίωμα (το)