drive
ρήμ.
κινώ, προωθώ, άγω, οδηγώ, αμαξοπορώ, διώκω
ουσ.
αμαξοπορεία
drive
(Lex). οδηγώ, ιδιωτικός δρόμος, σύστημα για τη μετάδοση κίνησης
drive
Ουσ. αμαξάδα//
κίνηση//
παρόρμηση//
δυνατό κτύπημα (μπάλας)//
δυναμισμός, επιμονή//
καμπάνια//
δρόμοςΡημ. οδηγώ//
κινώ προς τα μπρός//
παρακινώ, αναγκάζω, εξωθώ (μτφ.) //
πηγαίνω με αμάξι, εποχούμαι //
βγάζω , ξετρυπώνω (θήραμα)//
κτυπώ (μπάλα δυνατά)//
καρφώνω
πχ:
I was driving my car when all of a sudden someone hit me
drive
οδηγώ, βόλτα με αυτοκίνητο
drive
drive συγκρότημα;