draft
ουσ.
νομοσχέδιο, προσχέδιο, συναλλαγματική, στρατολογία
ρήμ.
στρατολογώ, ιχνογραφώ
Draft
(Financial). Συναλλαγματική
draft
(Lex). ουσ. προσχέδιο, ρ. προσχεδιάζω, πρόχειρο
draft
Ουσ. προσχέδιο, πρόχειρο, σχέδιο //
πρόχειρη εκτύπωση//
συναλλαγματική, επιταγή, τσέκ Ρημ. στρατολογώ, επιστρατεύω//
τοποθετώ σε ειδική (στρατιωτική) αποστολή, αποσπώ// κάνω το αρχικό σχέδιο, σχεδιάζω πρόχειρα
πχ:
The move came after the military drafted in 1,000 extra soldiers.