domain
ουσ.
κτήση, κυριότητα, κτήματα, πεδίο ορισμού, διεύθυνση διαδικτύου
Domain
(comp). Το Internet είναι χωρισμένο σε μικρότερα σύνολα γνωστά σαν domains, συμπεριλαμβανομένων των .com (επιχείρηση), .gov (κυβέρνηση), .edu (εκπαιδευτικό) και άλλα.
domain
(Lex**) περιοχή
domain
Ουσ. κτήση, ιδιοκτησία//
περιοχή κυριότητας, επικράτεια//
σφαίρα δραστηριότας ή επιρροής//
τμήμα - διαίρεση του διαδικτύου σύμφωνα με τη χώρα και το είδος του οργανισμού.