Ουσ. δυσαρμονία, έλλειψη αρμονίας, ασυμφωνία,
Ο όρος Αρμονία σήμαινε στην
αρχαία Ελλάδα γενικά την αρμογή, τη σύνδεση, το ταίριασμα των μερών ενός δομημένου συνόλου (π.χ. των λίθων ενός οικοδομήματος, των ουράνιων σωμάτων στο σύμπαν) και ταυτόχρονα αξιολογούσε θετικά τη συμμετρία, την ευρυθμία, τις σωστές αναλογίες, την τέλεια εφαρμογή των δομικών στοιχείων. Αποτέλεσμα της αρμονίας ήταν σύμφωνα με τις αισθητικές αντιλήψεις της αρχαιότητας η ομορφιά. Στη
μουσική χρησιμοποιήθηκε η λέξη ευρύτατα και με διαφορετικές σημασίες: για το δομημένο σύνολο ήχων που προέκυπτε από το αρμονικό ταίριασμά τους, αυτό που λέμε σήμερα τρόπο (δωρική αρμονία, φρυγική αρμονία, λυδική αρμονία κ.λπ.), για το εναρμόνιο γένος, για το διάστημα της όγδοης, αλλά και γενικά για τη μουσική ως τέχνη του αρμονικού συνταιριάσματος των ήχων. Αρμονικοί ονομάζονταν οι θεωρητικοί της μουσικής που ασχολούνταν με την οργάνωση των ήχων στο μουσικό σύστημα, ή, θα λέγαμε σήμερα, με τη μελωδία, σε αντιδιαστολή με τους ρυθμικούς, που μελετούσαν τους ρυθμούς και τα μέτρα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...