discharge
ρήμ.
εκφορτίζω, ξεφορτώνω, απολύω, εκφορτώνω, εκπληρώ, εκκενώ
ουσ.
απόλυση, αποστράτευση, εκκένωση, εκπλήρωση, πυροβολισμός
discharge
(Lex). ουσ. εκφόρτωση, εκκένωση, άδειασμα ή εκροή
discharge
Ουσ. εκφόρτωση, //
εκκένωση, άδειασμα//
απόλυση (εργατών κτλ)//
εκπυρσοκρότηση όπλου//
εκτέλεση (καθήκοντος ή υποχρέωσης)//
απαλλαγή (από υποχρέωση ή ποινή )
Ρημ. εκφορτώνω, ξεφορτώνω//
εκβάλλω (για ποταμό κτλ), //
απαλλάσω (υποχρέωσης κτλ)//
απολύω//
εκπυρσοκροτώ, πυροδοτώ//
αποφορτίζω (μπαταρία)
discharge
απολύω, απόλυση, εκκενώνω, εκκένωση, εκπληρώνω, εκπλήρωση
discharge
discharge εκτόνωση