direct
ρήμ.
διευθύνω, απευθύνω, κατευθύνω, δείχνω
Directed
(Math). κατευθυνόμενος
directed
(Lex**) κατευθυνμένος
direct
Επιθ. ευθύς, ίσιος//
απευθείας, ο χωρίς διαμεσολάβηση//
ειλικρινής, ευθύς, ντόμπρος//
άμεσος//
ευθύς (λόγος , στο συντακτ.)
Ρημ. διευθύνω, προΐσταμαι,//
ελέγχω , επιβλεπω//
καθοδηγώ, οδηγώ, δείχνω το δρόμο//
σκηνοθετώ
directed
κατευθυνθείς
direct
άμεσος, ειλικρινής, ευθύς, ντόμπρος, καθοδηγώ, κατευθύνω, διευθύνω, διοικώ, στρέφω