diffusion
ουσ.
διάδοση, διάχυση
Diffusion
(Meteo) Διασκορπισμός / Διασκεδασμός (Diffusion) Το αποτέλεσμα της διάχυσης του φωτός, όταν προσπίπτει επάνω στα αιωρούμενα σωματίδια της ατμόσφαιρας.
diffusion
(Lex). ουσ. διάχυση, εξάπλωση, διάδοση, ανόπτηση διάχυσης
diffusion
Ουσ. διάχυση,//
διασπορά , διάδοση, εξάπλωση//
αργή ανάμειξη (για υγρά)
Διάχυση
Διάχυση ονομάζεται το φαινόμενο της αυθόρμητης ανάμιξης δύο ή περισσοτέρων
χημικών ουσιών, που βρίσκονται σε επαφή και που σχηματίζουν (με τη πάροδο του χρόνου)
μίγμα ή
διάλυμα.Όταν έρχονται σ΄ επαφή δύο
αέρια διαχέονται, γιατί τα κινούμενα
μόρια κάθε αερίου αναμιγνύονται με τα μόρια του άλλου. Αυό συμβαίνει και με
υγρά ή
στερεά που διαλύονται με διάχυση. Τά
ιόντα ή τα μόρια της διαλυμένης ουσίας διαχέονται σιγά σιγά στα αντίστοιχα του διαλύτη, δημιουργώντας τελικά ένα διάλυμα με μια ομοιόμορφη
συγκέντρωση.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...