difficulté (f)
πρόβλημα, προβληματισμός
{
problem
}
ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση,...
{
trouble
}
σκληρότης, σκληρότητα, ανθεκτικότητα
{
toughness
}
απορία, δίλημμα, αβεβαιότητα, αβεβαιότης
{
quandary
}
une difficulte
δυσκολία (η)
une difficulté
δυσκολία (η)