devil
ουσ.
διάβολος, περίδρομος, σατανάς
devil
(Lex). ο εξαποδώ, διάβολος
devil!
(Lex**) διάβολος!
devil
Ουσ. διάβολος//
κακοπληρωμένος δημοσιογράφος//
ενόχληση, μπελάςΡημ. ενοχλώ, βασανίζωΟυσ. πικάντικο φαγητόΡημ. πιπερώνω, κάνω πικάντικο//
παραψήνω φαγητό στη σχάρα
Διάβολος
Διάβολος, που σημαίνει «ο διαβάλλων, συκοφάντης», είναι όνομα που χρησιμοποιείται στην
Αγία Γραφή για να προσδιοριστεί ο αρχηγός των πονηρών πνευμάτων. Αναφέρεται και ως Σατανάς, όρος
εβραϊκής προέλευσης που σημαίνει «εναντιούμενος, ανθιστάμενος». Αποκαλείται έτσι καθώς περιγράφεται ότι έχει στραφεί ενάντια στον
Θεό και στο θέλημά Του, προσπαθώντας να εξαπατήσει και να θέσει υπό τον έλεγχό του την ανθρωπότητα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...