déterminer
ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω, πείθω,...
{
determine
}
ιδρύω, εγκαθιστώ, αποδεικνύω, καθιερώνω
{
establish
}
στερεώ, στερεώνω, ορίζω, προσηλώνω,...
{
fix
}
ορίζω, προσδιορίζω, ερμηνεύω, καθορίζω
{
define
}
διαθέτω, δίνω για διαθήκη, θέλω
{
will
}
ερεθίζω, διεγείρω, υποκινώ
{
incite
}
συσφίγγω, περιορίζω, στενεύω, σφίγγω
{
constrict
}
σχεδιάζω, συνωμοτώ
{
plot
}
determiner
Ουσ. προσδιοριστικό (επίθετο ή άλλη λέξη)
determiner
προσδιορίζω
déterminer
προσδιορίζω