delen
μοιράζω, χωρίζω, διανέμω, διαιρώ, διχάζω
{
divide
}
συμμερίζομαι, μοιράζω, μετέχω
{
share
}
deel (het)
τεύχος, μέρος, τμήμα
{
part
}
φέτα, φάλτσο χτύπημα, λεπτό τεμάχιο
{
slice
}
μέρος ποσοστό, μερίδα, μερίδιο, μετοχή,...
{
share
}
delen
μoιράζω, μoίρασα