dek (het)
κατάστρωμα, όροφος λεωφορείου
{
deck
}
σκέπασμα, επίστρωση, κάλυμμα
{
covering
}
dekken
κρύβω, σκεπάζω, σκεπώ, καλύπτω
{
cover
}
προστατεύω, προφυλάσσω, υποθάλπω
{
protect
}
προασπίζω, αποκρύπτω
{
shield
}
dek
μέχρι, έως, ίσαμε
{
until
}
ίσαμε, μέχρις ότου, ώσπου, έως, έως ότου
{
till
}
dek
(v.e.schip)
κατάστρωμα τo