deel (het)
τεύχος, μέρος, τμήμα
{
part
}
φέτα, φάλτσο χτύπημα, λεπτό τεμάχιο
{
slice
}
μέρος ποσοστό, μερίδα, μερίδιο, μετοχή,...
{
share
}
del (de)
ακατάστατη γυναίκα, βρωμογυναίκα,...
{
slut
}
delen
μοιράζω, χωρίζω, διανέμω, διαιρώ, διχάζω
{
divide
}
συμμερίζομαι, μοιράζω, μετέχω
{
share
}
deel
μέρoς τo
μέρη τα
-
voor mijn part kan je doen al wat je wil
από μέρους μου μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις
-
deel uitmaken van
αvήκω σε
part
μέρος το
-
voor mijn part kan je doen al wat je wil
από μέρους μου μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις