deal
ρήμ.
καταφέρω, μεταχειρίζομαι, μοιράζω
ουσ.
μεταχείριση, μοιρασιά, συμφωνία
deal
(Lex). αγορά, μοιράζω, συμφωνία
deal
Ουσ. αγοραπωλησία , συναλλαγή , δοσοληψία//
ποσόν , ποσότητα//
μοιρασιά (τραπουλόχαρτων), παρτίδα //
συμφωνία
Ρημ. διανέμω, μοιράζω (τραπουλόχαρτα σε παιχνίδι), //
καταφέρνω (χτύπημα)//
απονέμω //
κάνω αγοραπωλησία, πουλώ, //
κάνω συμφωνία, κλείνω δουλειά//
ασχολούμαι (με...), διαχειρίζομαι//
πουλώ παράνομα ναρκωτικάΟυσ. ξύλο πεύκου ή ελάτου//
σανίδα, μαδέρι
Επίθ. ελάτινος ή από πεύκο
deal
μοιράζω, αγορά
deal
μοιράζω, αγορά